Γράφει ο Α. Γ. Κουκουλάς
Στο «χαρούμενο» κλίμα των ημερών το σημερινό σημείωμα.
΄Ετσι…!! Για μια, έστω και δήθεν διέξοδο από την αποπνικτική ατμόσφαιρα που δημιουργούν γύρω μας, οι κάθε λογής μασκαράδες, σε Ανατολή και Δύση.
Και κυρίως, στην έρημη πατρίδα μας με ένα λαό «πάντα ευκολόπιστο και πάντα προδομένο», που ξέρει ωστόσο να αντιστέκεται, να πολεμά και να νικάει. Χωρίς χαμόγελο όμως αυτή τη φορά. Μόνο με πείσμα. Και θα τα καταφέρει. Και θα τα καταφέρει, πληρώνοντας την ώρα που πρέπει (αφού λεφτά υπάρχουν!) με το ανάλογο νόμισμα όσους του έκλεψαν τα όνειρα, την ελπίδα και την αισιοδοξία. Κυρίως των νέων. Χωρίς ντροπή!
Επίκαιρα τα λόγια του Σουρή:
Όλα σ΄ αυτή τη γη μασκαρευτήκαν / ονείρατα, ελπίδες και σκοποί/
Οι μούρες μας μουτσούνες εγινήκαν/ δεν ξέρουμε τι λέγεται ντροπή!
Και ο ίδιος ο ποιητής, σε κάτι τέτοιες μέρες έγραφε:
Γλέντα λοιπόν αποκριά /μασκαρεμένη χώρα/ που ένα μόνο έμαθες/στα φανερά να κλέβεις.
Που γίνεσαι ρεντίκολο/ κάθε στιγμή και ώρα/ που όλα τα μασκάρεψες/και όλα τα μασκαρεύεις.
Επίκαιροι όμως και οι στίχοι του Δημήτρη Γιαννουκάκη, που γράφτηκαν μεταπολεμικά για μια αποκριά…ίδια με τη σημερινή. Με μια μικρή διαφορά. Ότι εμείς, έχουμε ακόμη κατοχή.
Τα λόγια του Γιαννουκάκη στο περιοδικό ΘΗΣΑΥΡΟΣ με τη θρυλική χοντρή του Ζαχαρία, όπως θα θυμούνται οι παλαιότεροι:
Και αν άλλοτε περάσαμε ημέρας παρομοίας/ μέσ΄στην απόκρια την τρελή/ και αν άλλοτε πραγματικά γινόταν τέτοιο γλέντι/ που έχανε ο αφέντης το σκυλί /και ο σκύλος τον αφέντη/κι από το μεθύσι ολόκληρος ο κόσμος ήταν φέσι/ φέτος θαρρώ τα πράγματα πως θάναι…εν υφέσει.
Όμως δεν έχανε την αισιοδοξία του, γιατί αμέσως μετά πρόσθετε:
Πάντως δε θα περάσουμε και ντιπ καλογερίστικα/. ΄Αρχισε το τριώδιον θ΄αρχίσουν και οι χοροί/. Και όπως δε χορεύουνε τα αρκούδια θεονήστικα/ αμφιβολία δε χωρεί/ πως όλοι μας θα ζήσουμε/ μ΄ένα ατέλειωτο καρναβαλιού φιλί/.
Απόκριες λοιπόν. Και γλέντι αποκριάτικο δε νοείται χωρίς την αθάνατη και χιλιοτραγουδισμένη ρετσίνα. Εκείνο το τερψιλαρύγγιον κεχριμπαρένιο νέκταρ που αφήνει ελεύθερες τις μεθυστικές μυρωδιές από το κοκορέτσι και τη γαρδούμπα, να αναδεύονται και να χορεύουν μ΄εκείνες του σπληνάντερου και του χοντρού στα κάρβουνα για να μοσχοβολάει ο αέρας και να λες…ίδια η παράδεισο ψυχή μου!
Μέσα σε τέτοια ατμόσφαιρα εμπνέονταν ποιητές και μουσικοί γράφοντας για τη ρετσίνα.
Ρετσίνα μου, ρετσίνα μου, μαζί σου θα πεθάνω/ του κόσμου όλα τα καλά, με σένα δε τα βάνω,τραγουδούσε ο Χατζηαποστόλου.
Και κάποιες απόκριες ο Λαμπελέτ δεν έχανε την ευκαιρία να τονίσει:
΄Ηρθε η τρελή αποκριά/ με ζούρλες και με γέλια/ κάθε μας λύπη μακριά/ κι αδειάστε τα βαρέλια.
Εκτελώντας την τελευταία επιταγή, ο Μωραϊτίνης απαντούσε εμμέτρως:
Εγώ το πίνω και το λέω/ γίνουμε στουπί/ και δεν με νοιάζει στ΄ορκίζομαι/ ο κόσμος τι θα πει.
Και ακριβώς, επειδή δεν ένοιαζε τι θα πει ο κόσμος για το κρασάκι, ο λαϊκός στιχουργός σε παράφραση του ποιήματος του Τανταλίδη, τραγουδούσε:
Νάταν η θάλασσα κρασί και τα βουνά μεζέδες/ κι οι βάρκες κρασοπότηρα να πίνουν οι γλεντζέδες, ενώ κάποιοι άλλοι διαλαλούσαν τον πόνο τους γιατί χύθηκαν τα κρασιά στη ταβέρνα του Μανώλη, με το γνωστό:
Στου Μανώλη την ταβέρνα ρίξανε μια πιστολιά/ και ανοίξαν τα βαρέλια και χυθήκαν τα κρασιά.
Εκείνος όμως που τους ξεπέρασε όλους ήταν ο Εφταλιώτης, που ύμνησε τη ρετσίνα με αυτά τα λόγια:
Αχ, ας ήμουνα βαρέλα! Αχ, ας ήμουνα βουτσί/. Νάμουν πάντα φουσκωμένος με ρετσίνα, με κρασί.
Θε μου φέρε μια βαρέλα, στο κρεβάτι μου θεέ/
να περάσω ένα μαρκούτσι, να την κάνω ναργιλέ.
Αυτό το πρώτο σημείωμα « των ημερών» (θα ακολουθήσει και ένα ακόμη σχετικό), θα το κλείσω μ΄ένα ακόμη ποίημα του Σουρή, επίκαιρο όσο ποτέ.
Τίτλος του, ΝΑΙ ΜΕΝ.
Ναι μεν κοιτάζω θλιβερός τα κάτισχνα ταμεία/
ναι μεν μαστίζει σοβαρός το κράτος βουλημία,
Ναι μεν μαχόμεθα δεινώς περί τον επιούσιον/
και πείνα σήμερα απηνώς στον τόπον δρα τον πλούσιον,
Ναι μεν αμέτρητα δεινά επαπειλούν παντοτινά/
την γην αυτήν του κλέους σαν σπάθη Δαμοκλέους,
Ναι μεν ο φόρος κυβερνά…και πρέπει στην Ελλάδα/
το καρναβάλι να περνά μόνο με φασουλάδα,
Ναι μεν το γένος αθυμεί και εν ου παικτοίς δεν παίζει/
και στρώνεται χωρίς ψωμί απόκριας τραπέζι,
Όμως δεν πρέπει και γι αυτά να μη μασκαρευτούμε /
και με μουτζούρες τηγανιού να μη μουτζουρωθούμε,
Στ΄ανάθεμα κακή καρδιά πρέπει και φέτος βρε παιδιά/
λιγάκι ν΄αποκρέψουμε να πιούμε να χορέψουμε,
Πρέπει και σήμερα μ΄αυτά τα κλασικά μας χάλια/
να πούμε λίγα χωρατά τρελά στα καρναβάλια,
Και σάκο αν φορέσουμε και λυπημένοι μείνουμε/
μην τάχα θα μπορέσουμε καλύτεροι να γίνουμε;